Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους


 
Ελευθερία ή θάνατος. Από στόμα σε στόμα. Κρυφά. Οι Φιλικοί δούλευαν ακούραστα. Και ήρθε η ώρα. Οι καπεταναίοι απ' τα διάσελα, τις βουνοκορφές, στεντόρεια εκφέρανε το σύνθημα: Ελευθερία ή θάνατος. Οι ραγιάδες ρίγησαν. Ορθώθηκαν. Αφουγκράστηκαν. Ακουσαν καλά. Ελευθερία ή θάνατος. Η ώρα ήρθε. Αντάρτεψαν οι ραγιάδες. Η οθωμανική αυτοκρατορία μακάρια στην αυταπάτη της. Η Ιερά Συμμαχία, όμως, ανησύχησε. Λίγο πριν είχε νικήσει. Στο Βατερλό οι καπνοί και ο αχός της μάχης ήταν ακόμα εκεί.
Ανάθεμα τους Γραικούς. Δεν αφήνουν ν' απολαύσουν την παλινόρθωσή τους. Φεουδάρχες, βασιλείς, πρίγκιπες με τα καλά τους γιόρταζαν μεθυστικά. Οι Επαναστάσεις τέλος, όπως λένε σήμερα η ιστορία τέλος. Και νάτη η κραυγή που τους τρόμαξε. Ετσι άρχισε κείνη η λαμπρή Επανάσταση των Ελλήνων ραγιάδων. Ή θα νικήσουν ή θα χαθούν. Εσπασε, λέει ο Μακρυγιάννης, το πουλί το τσόφλι του αυγού. Πίσω να γυρίσει, δεν μπορεί. Ή θα πετάξει ή θα χαθεί. Κόντεψε να χαθεί η Επανάσταση. Δεν αστειευόταν ο Ιμπραήμ. Οι κοτσαμπάσηδες λούφαξαν. Η ραγιάδικη συνείδηση τους οδηγούσε στο προσκύνημα. Τότε ορθώθηκε ο Κολοκοτρώνης κι άφησε να βγει ο φοβερός λόγος. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους. Το 'πε και το 'κανε. Η Επανάσταση σώθηκε.
Θα μου πείτε, τι τα θέλω αυτά τα άγρια, τώρα που κι απ' τα σχολικά βιβλία διαγράφτηκαν. Τα θέλω. Οχι γιατί είμαι αιμοδιψής. Αλλά να, εκείνη η κραυγή, Ελευθερία ή θάνατος, δεν είναι απλός λόγος. Είναι η αρχή μιας ιστορίας, που ολοκληρώθηκε με κείνον το φοβερό και συνάμα άγιο λόγο: Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους. Θα μου πείτε πάλι, αυτά τότε, στην οθωμανική εποχή. Τώρα είναι αλλιώς. Η παγκοσμιοποίηση, η κυριαρχία και η φθορά των συνειδήσεων.
Αμ δε, απαντώ. Σιγά την Ιερά Συμμαχία της παγκοσμιοποίησης. Ας ακουστούν και οι δυο λόγοι και τότε πού να κρυφτούν δε θα 'χουν. Διαβάζω την ιστορία, όχι απ' τα σχολικά βιβλία. Το Μακρυγιάννη διαβάζω, τον Φωτάκο, τον Κασομούλη, τον Περεβό, τ' απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη. Διαβάζω, και θαυμάζω, και γρικώ πως ο λαός είναι ανίκητος, όσοι αιώνες σκλαβιάς κι αν περάσουν. Σίγουρα θα ορθωθεί και θα βαδίσει. Κι άντε να τον σταματήσουν.
Βάλθηκα να καταλάβω, γιατί ξαναγράφουν την ιστορία. Γιατί στο όνομα του ανθρωπισμού αποσιωπάται πως η βία είναι η μαμή της ιστορίας. Αν ο Κολοκοτρώνης δεν ανέμιζε το μαστίγιό του, δεν έβαζε φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους, θα 'χε πραγματωθεί η Ελευθερία; Οχι. Αν ήταν να 'ρθει από μόνη της, δε θα περίμενε χρόνους τετρακόσιους. Ηρθε ακριβώς μόλις οι σκυφτοί ραγιάδες ορθώθηκαν και είπαν τη μεγάλη πρόταση: Ελευθερία ή θάνατος. Ναι, υπήρξαν σκοτωμοί. Δε γινόταν αλλιώς. Οι Οθωμανοί δεν είπαν «χοσκελντί», καλώς ήρθατε. Δική σας η Τριπολιτσά. Δικά σας και τα κάστρα. Μουσαφίρηδες είμαστε, φεύγουμε. Γεια χαρά, αδέλφια.
Αυτά τα λέω εγώ, που συλλαβίζω την ιστορία. Καταλαβαίνω το άτεγκτο της Επανάστασης. Καταλαβαίνω πως την αντίσταση με αντίσταση πολλαπλάσια νικάς. Γράφει ο Φωτάκος. Στην αρχή της Επανάστασης οι ραγιάδες σκιάζονταν το θάνατο. Τρόμαξαν που είδαν τους πετσοκομμένους απ' τους Τούρκους ανθρώπους, μετά από μια μάχη. Σκιάζονταν και κοιτούσαν παγωμένοι. Δεν πλησίαζαν. Και τότε ο Κολοκοτρώνης ξεπέζεψε απ' τη φοράδα του. Βαριά περπατώντας, προχώρησε. Εφτασε στο πεδίο με τους διαμελισμένους Ελληνες. Εσκυφτε. Επαιρνε το κομμένο χέρι και το φιλούσε, παινεύοντάς το. Σήκωνε το κομμένο κεφάλι και το ασπαζόταν, θαυμάζοντας την ομορφιά του. Κι όλο έλεγε. Είναι οι δικοί μας άγιοι, οι δικοί μας οδηγοί. Κι έτσι ξεθάρρεψαν οι ζωντανοί και πλησίασαν. Κι όλοι μαζί έπλυναν, στόλισαν τα μέλη των νεκρών, τα έθαψαν, άναψαν τα καριοφίλια τους και χαιρέτισαν σε στάση προσοχής με μιαν άγρια κραυγή, καταλυτική. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ. Αυτό είναι το '21, ό,τι κι αν όψιμα λένε τόσοι και τόσοι.

Ιορδάνης Α. Προυσανίδης
 
 
Η ιστορία δεν τελείωσε. 
Δεν γράφτηκε ποτέ από τους καταπιεστές...
Ζωγραφιζόταν πάντα με το αίμα των επαναστατών. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: