Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Μνήμη Άρη Βελουχιώτη

Για τον Άρη. 
Τον Καπετάνιο του ΕΛΑΣ, τον τελευταίο Έλληνα επαναστάτη.

Αναδημοσίευση από το Actimon

Σαν σήμερα το πρωί, στις 16 Ιουνίου 1945, οι αρτινοί διώκτες του Άρη Βελουχιώτη με επικεφαλής τον Κώστα Βόϊδαρο και ο υπολοχαγός της Εθνοφυλακής του 118 Τ.Ε. Ασημάκης Μουρελάτος οι οποίοι είχαν μάθει πως το προηγούμενο βράδυ είχε γίνει μια συμπλοκή και εκρήξεις στο φαράγγι του Φάγγου πάνω από τον Αχελώο, ξεκίνησαν από την Μεσούντα να κατέβουν στο σημείο που τους είχαν υποδείξει οι ντόπιοι. Μαζί τους έσερναν δεμένο και τον Δράκο, ένα σύντροφο του Άρη που μετά την επίθεση έφυγε και κρύφτηκε στην καλύβα του κουμπάρου του Γιαννακούλα Τζουβάρα όπου και τον έπιασαν.

Στο δρόμο συνάντησαν τους Θεσσαλούς διώκτες του Άρη που αφού είχαν περάσει τον Αχελώο το βράδυ, βρήκαν τα τέσσερα πτώματα, πήραν ότι τους άρεσε από τις τσέπες τους και τα ρούχα τους, τα παράτησαν και ανέβαιναν προς τη Μεσούντα. Ούτε καν τους ένοιαξε σε ποιους ανήκαν… Δυο απ’ αυτούς φορούσαν τα μαύρα σκουφιά του Άρη και του Τζαβέλα. Αυτά είδε ο Δράκος και είπε στο Βόϊδαρο ότι ήταν του Άρη και του Τζαβέλα και αυτός κατάλαβε πως οι Θεσσαλοί είχαν βρει τα πτώματα του Άρη και των συντρόφων του και επιβεβαιώθηκε σαν έφτασε στο Φάγγο. Εκεί αφού έψαξε το χιτώνιο του Άρη, πήρε τρία σημειώματα και τα έδωσε στον υπολογαχό και διέταξε τον Δράκο να κόψει τα κεφάλια με το ίδιο το μαχαίρι του Άρη που το είχε πάρει ένας Βραγγιανίτης. Ήθελε δεν ήθελε ο Δράκος, τα έκοψε, τα έβαλαν σε ένα σακκούλι, του τα φόρτωσαν και πήγαν κατόπιν στην πλατεία της Μεσούντας.

Εκεί τα ακούμπησαν στο παράθυρο του δημοτικού σχολείου και έπιασαν γλέντι που κράτησε όλο το μεσημέρι. Έφαγαν ότι τους έφερε το χωριό, ήπιαν και χόρεψαν. Το απόγευμα τα πήραν και πήγαν στο Μυρόφυλλο όπου και διανυκτέρευσαν προκειμένου την επομένη να προχωρήσουν προς τα Τρίκαλα να τα παραδώσουν στις αρχές και πάρουν την επικήρυξη.

Για τους υπόλοιπους νεκρούς και τα αποκεφαλισμένα πτώματα δεν ενδιαφέρθηκε κανένας και αφέθηκαν στην τύχη τους. Το ίδιο απόγευμα λένε οι ντόπιοι έπιασε μια βροχή, τέτοια που δεν είχαν ξαναδεί και τα νερά σάρωσαν το τόπο και πήραν τα άταφα πτώματα στο ποτάμι και χάθηκαν.

- Το κείμενο είναι τμήμα της εισαγωγής σε ένα αφιέρωμα για τις τελευταίες ημέρες του Πρώτου Καπετάνιου της Εθνικής Αντίστασης που έγινε πέρσι στην εφημερίδα «’Εθνος» και ήταν αποτέλεσμα της συνεργασίας με τον φίλο Μενέλαο Παπαδημητρίου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: